Excerpt for ΑΣΠΑΣΙΑ. Για το παιδί και την όπερα by , available in its entirety at Smashwords




Γιάννης Β. Δεβελέγκας




ΑΣΠΑΣΙΑ

Για το παιδί και την όπερα






Β΄ ΕΚΔΟΣΗ - ΑΘΗΝΑ 2017



ISBN: 978-960-93-9422-2







Επικοινωνία: ioae19@hotmail.com , +302651403056, +306959297119






Το βιβλίο, αφιερώνεται στα μέλη της ΣΟΝΤ

και στις μητέρες που αναθρέφουν κορίτσια













ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

ΜΕΡΟΣ Ι Η ΑΣΠΑΣΙΑ ΖΕΡΒΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ A'

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ' Δημιουργία και εδραίωση της ΣΟΝΤ

ΟΠΕΡΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄ Η Ασπασία Θυμάται

Το Θαύμα του Αγίου Σπυρίδωνα

Τα καλοκαίρια στον Σχοινιά

Εμφανίσεις στη Γαλλία

Λάρισα. Ευχάριστες και επικίνδυνες στιγμές της ΣΟΝΤ.

Απονομή στον Γιώργο Χλίτσιο, 1993

VE-DAY Λονδίνο, Μάιος του 1995

Στο Αργυρόκαστρο

Τελετή θεμελίωσης του κτιρίου της Ηπειρωτικής Όπερας (20 Ιουλίου 1998)

Η Μάνα

Πρωτοχρονιάτικη Γκαλά στην Κέρκυρα

Μυρτάλη, Ηπειρώτισσα Βασιλοκόρη. Η μάνα του Μεγάλου Αλεξάνδρου

Η λίμνη των κύκνων

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

ΜΕΡΟΣ ΙΙ

Το παραμύθι του έγινε θρύλος

ΣΥΜΦΩΝΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΝΕΩΝ ΤΣΑΚΑΛΩΦ

Σ Τ Α Τ Ι Σ Τ Ι Κ Α Σ Τ Ο Ι Χ Ε Ι Α

ΤΙ ΕΙΠΑΝ ΚΑΙ ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΣΑΚΑΛΩΦ ΚΑΙ ΤΗ Σ.Ο.Ν.Τ.



*


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

To βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας, είναι μια σύντομη συνάντηση με την Ασπασία Ζέρβα. Μια πρωινή κουβεντούλα, που σφιχταγκαλιασμένη με το άρωμα της στιγμής και του ελληνικού καφέ ξεδιπλώνεται αβίαστα, άλλοτε με οδηγό το χιούμορ κι άλλοτε πάλι με τις θύμησες εκείνες που δεν συμφιλιώθηκαν ποτέ με τη φθορά του χρόνου, γιατί έσμιξαν με το πάθος της δημιουργίας και το βαθύ συναίσθημα του καλλιτέχνη.

Είναι ένας αφανέρωτος, ιδιωτικός διάλογος, ανάμεσα στην Ασπασία και τον αναγνώστη, που ζυμώνεται διακριτικά, ακολουθώντας κανόνες επικοινωνίας παρόμοιους με εκείνους που συνδέουν τους θεατές με τον ηθοποιό σ' έναν θεατρικό μονόλογο.

Ένα τραπεζάκι καθαρό με δυο καρέκλες, τοποθετημένο στον εξώστη του τουριστικού περιπτέρου του Φρόντζου, στο ρετιρέ της πόλεως των Ιωαννίνων, κολλητά στην ξερολιθιά που οριοθετεί το υπαίθριο θέατρο της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών, είναι το σκηνικό που επέλεξε η ίδια για να μιλήσει για τη ζωή και το έργο της και που εδώ παρουσιάζονται ατόφια, αφτιασίδωτα, αυθεντικά.

Τα στοιχεία που δίνει και που αποτελούν ένα μικρό μόνο κομμάτι από την περιπέτεια της ζωής της, δεν επαρκούν ως πρώτη ύλη για την συγγραφή της αυτοβιογραφίας ή των απομνημονευμάτων της. Είναι όμως απαραίτητα και αναγκαία - κι αυτό το γνωρίζει πολύ καλά η Ασπασία και το υιοθετεί - για να καθαρίσει η εικόνα και να φανεί το μονοπάτι που ακολούθησε σεμνά, η πρωτοπόρα για την ελληνική πραγματικότητα Συμφωνική Ορχήστρα Νέων «Τσακάλωφ» (ΣΟΝΤ), μέχρι να φτάσει στην καταξίωση.

Η ΣΟΝΤ, είναι η συμφωνική ορχήστρα φαινόμενο, που γεννήθηκε από Ηπειρωτόπουλα και «μεγάλωσε» με μοχλούς το ταλέντο, την εργατικότητα και την σωστή καθοδήγηση που έτυχε από τη δημιουργό και τους υποστηρικτές της, σε μια εποχή που το εβδομήντα σχεδόν τοις εκατό του πληθυσμού της Ηπείρου δεν κατείχε απολυτήριο γυμνασίου και η μουσική του παιδεία σε επιστημονικό επίπεδο ήταν σχεδόν ανύπαρκτη.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ΣΟΝΤ, για να εδραιωθεί και να καταξιωθεί, χρειάστηκε να κάνει πολλές υπερβάσεις. Η μεγαλύτερη όμως όλων, ήταν να τολμήσει να διεκδικήσει την καταξίωση και την εδραίωσή της στο εξωτερικό. Έξω από τα σύνορα της ...μικρής μας, σύγχρονης Ελλάδας.

Έπρεπε να διακριθεί, να βραβευθεί, να αναγνωρισθεί και να προκαλέσει τον θαυμασμό των Ολλανδών, των Ισπανών, των Γάλλων, των Γερμανών κ.α. ανεπτυγμένων πολιτισμικά εθνών ανά τον κόσμο, για να τραβήξει εν τέλει την προσοχή των αρμοδίων του ελληνικού υπουργείου πολιτισμού, που όμως, παρά τα κολακευτικά τους λόγια και τις ατέρμονες υποσχέσεις τους, αποδείχθηκε στην πράξη πως είχαν εμφανώς ...άλλες προτεραιότητες.

Ούτε όμως η ηγεσία και οι αρχές του τόπου μας, υπουργοί, βουλευτές, πνευματικός κόσμος, Δημοτικές αρχές κ.λ.π. κατόρθωσαν να αξιολογήσουν, να συνεργαστούν και να εκμεταλλευτούν αυτό το φαινόμενο που έφερε το όνομα ΣΟΝΤ, για να απαιτήσουν από την κεντρική εξουσία την δημιουργία των υποδομών, που θα έδιναν στην πόλη μας και πάλι την αίγλη της πρωτοπόρου στον πολιτισμό και θα την απελευθέρωναν από την απομόνωση και το σύνδρομο της μικρής εσωστρεφούς κοινωνίας.

Κάπου εκεί, η σύντομη συνάντηση με την Ασπασία τελειώνει. Τα νερά της Παμβώτιδας, χαμηλά, πίσω από τις πολεμίστρες της Ακρόπολης του Κάστρου, φαίνονται ήρεμα. Όχι όμως για πολύ ακόμα, ένα αεράκι απλώνεται από την μεριά του κωπηλατηρίου, από το σημείο που σε παγκόσμια πρωτοτυπία, παρουσιάστηκε πάνω σε πλωτή κατασκευή, η υπερπαραγωγή «Η Λίμνη των Κύκνων» και ακούστηκαν τα Γιάννενα στα πέρατα του κόσμου.

Γιάννης Β.Δεβελέγκας


*


ΜΕΡΟΣ Ι
Η ΑΣΠΑΣΙΑ ΖΕΡΒΑ


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η πυκνή ομίχλη, το τσουχτερό κρύο και η άπνοια που ακουμπούσαν τις τρεις τελευταίες μέρες νωχελικά πάνω στο λεκανοπέδιο, δυσχέραιναν αφάνταστα τις κινήσεις των συνεργείων του στρατού και της νομαρχίας, που ήταν επιφορτισμένες με την προετοιμασία των εκδηλώσεων για την επέτειο της απελευθέρωσης της πόλης των Ιωαννίνων από τον τουρκικό ζυγό!

Βαρύς και δύστροπος είχε κάνει από την αρχή την εμφάνισή του εκείνος ο χειμώνας, που με βρήκε στη θέση του διοικητή του Τάγματος Μηχανικού και επιφορτισμένο με την ευθύνη των κατασκευών για τη μεγάλη παρέλαση.

Κοίταξα για πολλοστή φορά το ημερολόγιο. Έδειχνε ήδη 19 Φεβρουαρίου 1996 και την επομένη θα έφτανε στο αεροδρόμιο ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας για να τιμήσει με την παρουσία του τις εκδηλώσεις. Ο χρόνος πια δεν ήταν με το μέρος μου.

Πλησίασα στο παράθυρο του γραφείου που έβλεπε στο χώρο αναφοράς της Μονάδας και αναζήτησα τον οδηγό μου. Αντί όμως γι αυτόν, ξεχώρισα μέσα στην ομίχλη ένα τζιπ πολιτικού τύπου, παρατημένο καταμεσής της πλατείας και μια κυρία να ανεβαίνει με αποφασιστικότητα τη μαρμάρινη σκάλα του Διοικητηρίου.

To συνεσταλμένο χτύπημα στην πόρτα δεν προϊδέαζε για τα όσα ακολούθησαν. Η απρόσκλητος επισκέπτης μπήκε στο γραφείο, επιδεικτικά με το δεξί, στέλνοντας έτσι το μήνυμα και την ευχή, για μια καλή ...συνεργασία!

Όχι ιδιαίτερα ψηλή, κοντό μαλλί, σοβαρή. Φορούσε ένα τυπικό γυναικείο ταγιέρ, μέσα από τα τσεπάκια του οποίου ξεπηδούσαν φρεσκοκομμένα μικροσκοπικά λουλούδια. Στο λαιμό της είχε περασμένο ατημέλητα, ένα πολύχρωμο παραδοσιακό μαντίλι, κάτω από το οποίο έκανε την εμφάνισή της μια χοντρή αλυσίδα κι ένας μεγάλος χρυσός σταυρός, διακοσμημένος με πολύχρωμα πετράδια. Στο χέρι της κρατούσε σφιχτά μια τεράστια γυναικεία τσάντα.

Προσπάθησα στα γρήγορα να τη «ζυγίσω»: Γύρω στα σαράντα, υπάλληλος υπουργείου, ίσως αρχαιολόγος ή κάτι τέτοιο, πρωτευουσιάνα. Έπεσα σε όλα έξω!

Καλημέρα σας, είπε σχεδόν μελωδικά και άφησε ένα τεράστιο χαμόγελο να συμπληρώσει την έκφραση του προσώπου της που είχε εν τω μεταξύ αλλάξει ριζικά. Ακούμπησε τη βαριά τσάντα της σε μια πολυθρόνα και παρέμεινε όρθια. Η τυπική δημόσιος υπάλληλος είχε τώρα μεταμορφωθεί σε μία καλλιτέχνιδα που ακτινοβολούσε. Σε μία ντίβα!

Καθίστε παρακαλώ, την προσκάλεσα!

Είμαι η κυρία Ασπασία Ζέρβα, η πρόεδρος του Πνευματικού Κέντρου «Τσακάλωφ» και ήρθα να σας ζητήσω μια πολύ μεγάλη χάρη! Αύριο το απόγευμα, έρχεται στην πόλη μας ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και μεταξύ των άλλων γίνεται προσπάθεια να θεμελιώσει ο ίδιος το κτίριο της Ηπειρωτικής Όπερας που θα ανεγερθεί στο πιο όμορφο οικόπεδο του πλανήτη! Σε μια μικρή έκταση που παραχωρήθηκε από το υπουργείο οικονομικών γι αυτό το σκοπό.

Θα ήθελα να σας παρακαλέσω, συνέχισε χωρίς να πάρει ανάσα, να στείλετε ένα μηχάνημα οδοποιίας να διαμορφώσει το χώρο κατάλληλα. Είναι ένα έργο πολύ σημαντικό για την πόλη μας και τον πολιτισμό μας.

Όση ώρα μιλούσε, χάιδευε με το δεξί της χέρι τον τεράστιο σταυρό που κρέμονταν στο στήθος της, με την ίδια ευλάβεια που εξαντλούν οι μοναχοί το κομποσκοίνι τους. Όταν τελείωσε, χωρίς να περιμένει την αντίδρασή μου, έβγαλε από την τσάντα της ένα μουσικό CD και το ακούμπησε πάνω στο γραφείο, λες και το είχε δανειστεί και όφειλε να το επιστρέψει. Για να κερδίσω χρόνο, της υποσχέθηκα πως θα φρόντιζα να ικανοποιηθεί το αίτημά της, μόλις θα ...υποχωρούσε η ομίχλη.

Αρνήθηκε ευγενικά να της προσφέρω κάτι, κι έφυγε. Αυτή η γυναίκα ήξερε τι ήθελε και πώς να το διεκδικήσει, σκέφτηκα, και επιπλέον το έλεγε η καρδιά της.

0 οδηγός μου με περίμενε έξω από την πόρτα του γραφείου. Κοίταξα ανήσυχος προς τπν πλατεία ελπίζοντας να έχει σπάσει λίγο η ομίχλη για να προλάβουμε το χρόνο και τις εργασίες. Εκεί όμως με περίμενε μια έκπληξη. Η ομίχλη είχε ανεπάντεχα λιποτακτήσει και τη θέση της διεκδικούσε, νεοφερμένη, μια ...χειμωνιάτικη λιακάδα!

Όταν μετά από μερικές μέρες τελειώσανε με το καλό όλες οι εορταστικές εκδηλώσεις, πληροφορήθηκα με λύπη πως επικράτησε μια ακατανόητη απόφαση των τοπικών αρχών, με αποτέλεσμα να αναβληθούν «επ' αόριστον» τα εγκαίνια του κτιρίου της Ηπειρωτικής Όπερας!

«Φαίνεται πως είναι πολύ μικρή αυτή η πόλη», σκέφτηκα, «για να χωρέσει στην αγκαλιά της ένα τόσο σπουδαίο έργο»!

Έβαλα το μουσικό cd, που είχε αφήσει η πρόεδρος του πνευματικού κέντρου στην άκρη του γραφείου μου, να παίξει. Ήταν μια μοναδική ζωντανή ηχογράφηση κλασικών έργων, εκτελεσμένων από την συμφωνική ορχήστρα νέων «ΤΣΑΚΑΛΩΦ», που συμμετείχε εκπροσωπώντας την Ελλάδα, στις εορταστικές εκδηλώσεις για τα πενήντα χρόνια από τη λήξη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, που έγιναν στο Λονδίνο την περασμένη χρονιά!

Κάποια στιγμή, καθώς πλησίαζε στο τέλος η συναυλία, ακούστηκε: «Τα πήραμε τα Γιάννενα...», σε μια παραλλαγή για κλασική ορχήστρα και χορωδία! To απαιτητικό ακροατήριο του Hyde Park του Λονδίνου, παραληρούσε από ενθουσιασμό και επαναλάμβανε με την δική του προφορά!

«Τα πήραμε τα Γιάννενα μάτια πολλά το λένε...»!

Μα! Ποιά να είναι άραγε αυτή η γυναίκα; Αναρωτήθηκα...



*


ΚΕΦΑΛΑΙΟ A'

Γεννήθηκα στις 10 Ιουλίου του 1940 και με βάφτισαν την ίδια μέρα στον αέρα, Ασπασία. Είμαι το μόνο από τα παιδιά που γεννήθηκαν εκείνες τις δύσκολες μέρες σιη Φιλιππιάδα Πρεβέζης, και επέζησα από τις κακουχίες και την ανυπαρξία φαρμάκων και περίθαλψης.


Όραμα είχε δει η κυρά Μίχαινα λίγο νωρίτερα κι αυτό της είχε δώσει δύναμη να δρασκελίσει τρέχοντας το ισόγειο! «Η Ασπασούλα θα ζήσει», μήνυσε ξεψυχισμένα και κατάκατσε να πάρει ανάσα. Τα λόγια της ακούστηκαν σαν προσευχή στο σπίτι, σαν μια παράκληση και σαν απαίτηση συνάμα!



Πέρασα δύο σκληρούς πολέμους. Ιταλία και Γερμανία εναντίον της Ελλάδας μου, αυτός ήταν ο πρώτος, κι αμέσως μετά ο εμφύλιος. Με την μετάθεση του πατέρα, εκείνα τα χρόνια, η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην πέτρινη ιδιόκτητη αγροικία στα Γιάννενα, όπου και μεγαλώσαμε μαζί, ο αδερφός μου ο Γιώργος, πέντε χρόνια μεγαλύτερος από εμένα και η αδελφούλα μου η Χαρουλά, πέντε χρόνια μικρότερη.


Οι γονείς, Σπύρος και Φωφώ, ξυπνούσαν το πρωί, έβλεπαν τον καιρό, έφτιαχναν το ποίημα της ημέρας, το μελοποιούσαν με βιολί και πιάνο αντίστοιχα, και κατόπι το τραγουδούσαν χορεύοντας για να ξυπνήσουν τα βλαστάρια τους. Η Ασπασία και ο μπαμπάς, φορούσαν τα χοντρά τους ρούχα για να ταΐσουν και επιθεωρήσουν τις κότες, τα προβατάκια, τα μελίσσια, τα δένδρα και τις πάπιες. Στην επιστροφή τους, τους περίμενε ο ζεστός τραχανάς πάνω στην πυρωμένη μασίνα.

Τις αργίες, μετά το πρωινό ρόφημα, η Ασπασούλα κι ο μπαμπάς, τρύπωναν μαζί στη ζεστασιά του κρεβατιού παρέα με τις εφημερίδες της εβδομάδας! Με το δάχτυλο ο μπαμπάς έδειχνε και διάβαζε στην Ασπασούλα μεγαλοφώνως και αργά, όλα τα νέα. Έτσι η Ασπασούλα, πριν πάει ακόμα στο σχολείο, έμαθε οπτικοακουστικά να διαβάζει τη γλώσσα των εφημερίδων εκείνης της εποχής, την καθαρεύουσα.


Μια μέρα, όταν ακόμα ήμουν στην πρώτη τάξη του Δημοτικού, ο διευθυντής της Καπλανείου Σχολής, ο αείμνηστος Μπάμιας, ζήτησε από τη δασκάλα μου, την μακαρίτισσα την Αγλαΐα Χουλιάρα, να με φέρει στην αίθουσα της έκτης Τάξεως. Αυτός με έβαλε και κάθισα σε ένα σκαμνί πάνω στην έδρα και ζήτησε από τα παιδιά της Τάξεως να ανοίξουν το αναγνωστικό - που ήτανε κι αυτό γραμμένο εκείνη την εποχή στην καθαρεύουσα - και να μου ζητήσουν να διαβάσω μια παράγραφο, από μια τυχαία σελίδα. Οι μαθητές με άκουσαν τότε με έκπληξη να διαβάζω με ευχέρεια και με ταχύτητα μεγάλη!

Αυτό, ήταν το πρώτο, το αξέχαστο, το παρθενικό μου χειροκρότημα!


Όλη η οικογένεια προσευχή και πρωινό, ο πατέρας πάντα συνεπής στο γραφείο ως διευθυντής της οικονομικής εφορίας, τα παιδιά στο σχολείο και η μάνα με τους βοηθούς, στα του σπιτιού.

To μεσημέρι η επιστροφή στο σπίτι για το φαγητό και αμέσως μετά, τα παιδιά στο Εθνικό Ωδείο του Μανώλη Καλομοίρη για πιάνο, βιολί, θεωρία και χορωδία.


Όλοι τώρα σιη δουλειά,

όμορφα και τακτικά,

στόχο πάντα την πρωτιά,

σε ευλογία και χαρά.

Με χαρά και ευλογία,

είναι η μέρα μας μαγεία.

Πάντα γράφω ιστορία,

στων προγόνων την πορεία.


Σαν έφτανε το σούρουπο, τα αδερφάκια πιάνανε θέση γύρω από τη γιαγιά Μπενέτου που χαμογελούσε ευχαριστημένη, και άρχιζε αβίαστα να διηγείται την ιστορία με τον ήρωα ιππότη παππού ... καμάρωνε. Αντίκρυ η πανέμορφη γιαγιά Σεφικά Χανούμ από το Αργυρόκαστρο, έπαιρνε τον μπαγλαμά της και σκάρωνε ένα τραγούδι για το κάθε παιδί.



Παπατιά γκεβί σεβέρουν γελιτζέ
τσοκ σεβιόρουμ σενι γκιουλιτζέ
ίσμιν ντουντάκ λαρούμ σεβιορουμ τσοκ

παπατιά...


Κάθε Πέμπτη η κυρά Φωφώ είχε Ζουρ Φιξ (προκαθορισμένη μέρα συγκεντρώσεων) με τις φίλες της, στο σπίτι. Εκεί η Ασπασία έπρεπε να διασκεδάσει τις κυρίες, να χορέψει τη Μισιρλού και μετά την αναχώρηση των φιλενάδων της μαμάς, να ανέβει στο σκαμνί για να φτάσει στον νεροχύτη και να πλύνει όλα τα πιάτα. Στη διαμαρτυρία της «Γιατί να πλύνω εγώ όλα τα πιάτα και οι βοηθοί να κάθονται» η κυρά Φωφώ απαντούσε «Για να συνηθίσεις και να μάθεις να ελέγχεις το προσωπικό»!


Μισιρλού μου η γλυκιά σου ματιά

φλόγα μου 'χει ανάψει μες την καρδιά

αχ γιαχαμπίμπι αχ γιαλελέλι ωωωχ

τα δυο σου χείλη σιάζουνε μέλι ο'ιμέ...


Τα κυριακάτικα πρωινά του καλοκαιριού, η Ασπασία πια ολόκληρη κοπέλα, ξεσήκωνε τους συνομήλικους της γειτονιάς, για να παίξουν αυτοσχέδιο θέατρο στη σκηνή του κινηματογράφου «Έσπερος». Ανάμεσά τους η μετέπειτα σπουδαία ηθοποιός Άννα Ιασωνίδου και η πασίγνωστη χορεύτρια, Μάγδα Ρόιμπα.


Ένα πι και ένα άλφα

ένα ταυ και ένα ρο

ένα γιώτα κι ένα σίγμα

αν συνδέσω θα ευρώ,

μία λέξη όπου λάμπει

σαν να είναι ήλιου ακτίς

και του καθενός τα χείλη

την προφέρουνε... ΠΑΤΡΙΣ


Τα ίδια εκείνα βράδια, όλη η νεολαία χόρευε και τραγουδούσε σε ένα λυόμενο πίσω από το γήπεδο ποδοσφαίρου, κάτω από τους ήχους του τζουκ μποξ. Ακολουθούσαν τριμελείς κανταδόροι με κιθάρα, βιολί, τραγούδι, κάτω από τα παράθυρα των ομορφονιών.

Στο τραγούδι, ο Τάκης Μουσαφίρης με μια κιθάρα, κι ένα βιολί πάντα κοντά, για συνοδεία!


«Κλειστά παράθυρα και σκοτεινά διπλό μαχαίρωμα μες σιην καρδιά...»


Η κυρά Φωφώ, η μάνα μου, έβγαινε τότε σιην επίθεση, πίσω από το παραθύ-ρι ...με τη γλάσιρα!


Ο κυρ Σπύρος, ο πατέρας της Ασπασίας, ήταν ο ιδρυτής και πρόεδρος του ιστορικού «ΠΑΣ ΑΤΡΟΜΗΤΟΣ» Ιωαννίνων. Πολλά μεσημέρια, οι ποδοσφαιριστές, το διοικητικό συμβούλιο και αρκετά από τα μέλη του συλλόγου, μαζεύονταν στο σπίτι, όπου η Φωφώ είχε στο καζάνι έτοιμο το φαγητό, συνήθως πιλάφι με τρίμματα από κοτόπουλο.

Μια από εκείνες τις Κυριακές, θα γινόταν ο πιο κρίσιμος αγώνας της χρονιάς. To ντέρμπυ κορυφής ανάμεσα στις πιο σπουδαίες τοπικές ομάδες! ΑΤΡΟΜΗΤΟΣ-ΑΒΕΡΩΦ!

Αλίμονο! To βαρόμετρο έδειχνε επίμονα βροχή, ως τη στιγμή που έγινε θρύψαλα μέσα στα χέρια της κυρά Φωφώς απ' τα πολλά χτυπήματα, μήπως και ήταν κολλημένη η βελόνα!

Αρχίζει το ματς! To πρώτο αμφισβητούμενο σφύριγμα του διαιτητή ακούστηκε σαν σύνθημα εισόδου των φιλάθλων στον αγωνιστικό χώρο! Και τότε άρχισε, μια άλλη «αναμέτρηση»! Χρειάστηκε η επέμβαση της αστυνομίας για να αποκατασταθεί η τάξη. Όχι όμως για ...πολύ!



Θούρειος των οπαδών του Ατρομήτου


Σαν κατεβεί, σαν κατεβεί στο στάδιο

η πράσινη, η πράσινη φανέλλα

όλους τους πιάνει πυρετός

και τον «Αβέρωφ» τρέλα.


Τ’ Ατρομήτου το παιδάκια

με ατσάλινες καρδιές

δε φοβούνται αντιπάλους

και του Αβέρωφ τις φωνές





Ύμνος «Αβέρωφ»


Τ' «Αβέρωφ» χρώμα και στολή το μαύρο, το πορτοκαλί

κι η νίκη πάντα είναι μαζί. Δόξα, τιμή ο' όποιον γυρεύει, σε κάθε τι το ευγενικό,

με τον «Αβέρωφ» αριστεύει

όπως και τον παλιό καιρό.

Δόξα, τιμή σ' όποιον πηγαίνει, με την ελπίδα στην καρδιά,

τη νίκη πάντα θα προσμένει

απ' του «Αβέρωφ» τα παιδιά.


*Στίχοι και μουσική από τον μουσικολόγο καθηγητή της Ζωσιμαίας κ. Βενετσάνο.



0 διαιτητής σφυρίζει πέναλτι!

Όταν κάποια στιγμή ο διαιτητής του αγώνα σφύριξε πέναλτι, μπήκαμε όλοι μέσα στο γήπεδο. Φίλαθλοι, ποδοσφαιριστές ... ξυλοδαρμός.

Κανείς δεν μπόρεσε να μας κρατήσει.

Κι εγώ μπροστάρισσα για να βρεθεί το δίκιο!



Τους ποδοσφαιριστές Μπίζιο, Κρυκώνη, Τσανακτσή, Σιδηρόπουλο και Λέντζο τους βρήκε το φινάλε του αγώνα, κατάμαυρους από τη λάσπη και ματωμένους.

Τα ίδια γεγονότα επαναλαμβάνονταν με την Αναγέννηση Άρτας και με την Κέρκυρα! Τα χρόνια περνούσαν αθώα και ανέμελα και η Ασπασία μεγάλωνε κάτω από τις οδηγίες, τα θέλω και την αυστηρή επίβλεψη της απαιτητικής της μητέρας, σε ότι αφορούσε στη νοικοκυροσύνη, τη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική, στο κέντημα, στο πλέξιμο, στο ράψιμο, στο χορό, στο Λύκειο Ελληνίδων, στη μουσική.

Στις εξετάσεις του Εθνικού Ωδείου, εύρισκα την ευκαιρία να παίζω στο πιάνο τις δικές μου συνθέσεις! Κάποια μέρα με άκουσε ο Μανώλης Καλομοίρης να παίζω ένα δικό μου μουσικό κομμάτι και φώναξε ενθουσιασμένος. «To παιδάκι αυτό το θέλω στην Αθήνα». Επανάσταση στο σπίτι από τον μπαμπά. «Η Ασπασία δεν θα πάει πουθενά, τη θέλουμε μόνο ερασιτέχνη καλλιτέχνη»!

Σημείο αναφοράς της εποχής, ήταν η θεατρική παράσταση «Αιματοβαμμένος Γράμμος» του Ηπειρώτη λογοτέχνη Βάσου Μπάρμπα και σε σκηνοθεσία Μπάμπη Κράλιοβιτς. Στην παράσταση αυτή, η δωδεκάχρονη πλέον Ασπασία πρωταγωνιστούσε με συμπρωταγωνιστή τον Γ. Κωβαίο.



Μια μέρα, σε μια άλλη θεατρική παράσταση, που η Ασπασία είχε τον ρόλο της Μαρίας της Συγκλητικής, μπαίνει η αδελφή της η Χαρούλα στη σκηνή ενώ εξελισσότανε το έργο. Την τραβάει με έκδηλη αγωνία από το μανίκι για να της ανακοινώσει (σύμφωνα με το σενάριο) ότι κηρύχτηκε πόλεμος. Τότε αυτή αυτοσχεδιάζοντας, ξηλώνει το μανίκι ολοσχερώς από το βασιλικό της φόρεμα και της φωνάζει: «Δεν φοβόμαστε κανέναν εισβολέα! Θα νικήσουμε»!


Όλοι μπροστά με μια καρδιά

δεν μας τρομάζει η φωτιά

ούτε τα βόλια τα καυτά.

Είμαστε 'Έλληνες παιδιά

και πάμε για τη λευτεριά

Αγώνας πάντα δυνατός

Μαζί μας είναι ο Χριστός

Ελλάδα μέσα στην καρδιά

με ήθος και με λεβεντιά




Μέρα με τη μέρα, σε κάθε ευκαιρία, η Ασπασία εκδήλωνε αβίαστα, όλο και περισσότερα νέα ταλέντα και χαρίσματα, από εκείνα που της χάρισε απλόχερα η φύση και ο Θεός.



Μπροστάρισσα στους αγώνες για να ανοίξουν τα καλλιτεχνικά σύνορα Ελλάδας - Αλβανίας. Πρωτοχορεύτρια δημοτικών στο Λύκειο Ελληνίδων. Αρχηγός και παραστάτης στις επετειακές παρελάσεις, θέατρο, μουσική, χορός...

Κι έξω; Δεν θα την έβλεπες ποτέ, δίχως τον φιόγκο και το μαντίλι στο λαιμό!

Η ζωή όμως τα πράγματα δεν μας έρχονται πάντα όπως τα θέλουμε ούτε όπως τα μελετάμε, έχει τα πάνω και τα κάτω της. Έχει σκαμπανεβάσματα άλλοτε μικρά και άλλοτε μεγάλα και μια τρομακτική δυναμική, που μπροστά της οι άνθρωποι αισθάνονται μονάχοι και αδύναμοι. Εκείνο που κάνει μερικούς, λίγους, να ξεχωρίζουν, είναι ο τρόπος που την αντιμετωπίζουν!


Τελευταίες λέξεις και στιγμές των ιδρυτών του Ατρομήτου (Σπύρου και Φωφώς):


- Τι θα κάνετε τώρα που θα γίνετε καλά; ρώτησε ο γιατρός τον μακαρίτη τον πατέρα μου στο κρεβάτι του πόνου στο Ιπποκράτειο νοσοκομείο Αθηνών, ενώ ήταν βέβαιος πως λίγες είχε τις ελπίδες.

- Θα πάω στο γήπεδο!

- Θα φορέσετε κοντά παντελονάκια για να παίξετε μπάλα;

- Όχι γιατρέ, του απάντησε εκείνος σοβαρά, κι άφησε ένα πικρό χαμόγελο να σχηματισθεί στα διψασμένα για ζωή χείλη του, θέλω να πεθάνω στο γήπεδο. Και ... χάθηκε.


Η κηδεία του έγινε στα Γιάννενα και σύσσωμη η πόλις χαιρέτησε τον αείμνηστο πρόεδρο.



Και η μαμά μου, η «Μάνα του Ατρομήτου», κάπως έτσι χαιρέτησε την παρούσα ζωή! Περήφανα!


Την παραμονή που θα γινόταν το μεγάλο ντέρμπυ ΠΑΣ Γιάννενα - Παναθηναϊκός στην Αθήνα, οι καιρικές συνθήκες ήταν πολύ άσχημες. Η κυρά Φωφώ πετσί και κόκαλο μετά από ημιπληγία, πριν ταξιδέψει μαζί με τους φιλάθλους του ΠΑΣ για την Αθήνα, μας άφησε ένα γράμμα στο κομοδίνο της:

«Προς τα παιδιά μου: Εγώ ακολουθώ με τους φιλάθλους τον σύλλογο στο μεγάλο ντέρμπυ της Αθήνας και ΠΕΘΑΙΝΩ... Μην κλάψει κανείς για μένα, όπως γενναία έζησα έτσι γενναία θέλω να πεθαίνω, πιστή στο έργο που ξεκινήσαμε με τον πατέρα σας».

To ανοικτού τύπου φέρυ μποτ, ξεκίνησε από το Αντίρριο κάτω από πολύ άσχημες καιρικές συνθήκες. Την κυρά Φωφώ όμως δεν τη «χωρούσε» το λεωφορείο κι αφού κατέβηκε με δυσκολία από αυτό, διέσχισε εκτεθειμένη στα ραπίσματα του παγωμένου αέρα και της αγριεμένης θάλασσας, όλη τη διαδρομή απ ' το κατάστρωμα ως το σαλόνι των επιβατών και κάθισε ανάμεσα στους φιλάθλους.

- Προσοχή, τους είπε αφού πρώτα πήρε μια ανάσα. Αύριο όλοι θα πρέπει να είμαστε καλοντυμένοι στο γήπεδο του Παναθηναϊκού, για να μη δώσουμε σε κανέναν την ευκαιρία να πει ότι ήρθαν οι επαρχιώτες από τα Γιάννενα!

- Καλά, καλά κυρά Φωφώ, απάντησαν οι φίλαθλοι και την χειροκροτήσανε με ενθουσιασμό!


Την ίδια στιγμή, έγειρε το κεφάλι... To καράβι έκανε στροφή κι επέστρεψε στο Αντίρριο και η Φωφώ κοιμισμένη τον ύπνο του δικαίου επέστρεψε στα Γιάννενα .

Οι παίχτες την επομένη, στο αγώνα με τον Παναθηναϊκό, έπαιξαν με μαύρα περιβραχιόνια και ο Ναπολέων Σαΐνης έγραψε τα παρακάτω ποιήματα στην εφημερίδα Πρωινός Λόγος Ιωαννίνων:


ΣΤΗ «ΠΑΝΝΙΩΤΙΣΣΑ» (29/11/1975)


Αχόρταγα η πένα σου τα γράμματα αραδιάζει

Και δίνει στον καθένα μας αυτό που του ταιριάζει.

Τα λόγια σου με κάνανε διπλή χαρά να νοιώσω

Και το μεγάλο ευχαριστώ θέλω να ανταποδώσω.


Είναι φτωχή η πένα μου για να σ' εξυμνήσω

Κι αυτά που νοιώθει η ψυχή εδώ να σου χαρίσω.

Θέλω να ξέρεις τούτο εδώ, Γιαννιώτισσα κερά μου

Τα λόγια που μου χάρισες τα έχω στην καρδιά μου.


Θα με διαβάσει, έγραψες, η γενεά η άλλη,

Ω, τι τιμή για μένανε, ώ, τι χαρά μεγάλη!

Τα έργα μου ια φτωχικά, βιβλίο σα θα βγούνε

Και στην κυψέλη μέσα αυτή οι μέλισσες θα μπούνε.


To νέκταρ ας ρουφήξουμε όσο λοιπόν αξίζει,

Και η ψυχή από βαθειά κοντά θα φτερουγίζει...

Φοβάμαι παρασύρθηκα γι αυτό ας σταματήσω,

Κι απ' την καρδιά τα λόγια σου ποτέ μου δε θα σβήσω.



ΣΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ ΤΗΝ ΑΥΓΗ (20/11/1975)


Εσύ στον κήπο έδινες λαχταριστή ζωή

στ' απόβραδο του δειλινού είχες περίσσια χάρη

σε έσκαβα σε σκάλιζα κάθε γλυκιά αυγή.

Με μέθαγε το μύρο σου και σ' είχα εγώ καμάρι.

Μια μέρα φθινοπωριάτικη σε είδα νεκρωμένο

Τα φύλλα σου τα πράσινα ήτανε πεθαμένα

Όμορφο τριαντάφυλλο με μύρο ραντισμένο

Γιατί να 'ρθεί φθινόπωρο και να σε χάσω εσένα;


Στην ίδια εφημερίδα ο Ευάγγελος Λέκκος έγραφε: «Η μεγαλύτερη φίλαθλος του ΠΑΣ και του τοπικού μας ποδοσφαίρου γενικότερα, πέθανε προχθές. Η αξέχαστη σε όλους μας κυρά Φωφώ άφησε την τελευταία της πνοή καθώς πήγαινε να καμαρώσει τα ινδάλματά της. Τους ποδοσφαιριστές του ΠΑΣ. Αυτούς που χρόνια τώρα καμάρωνε και χαιρόταν, γι αυτούς που τόσα πολλά προσέφερε. Η αείμνηστη κυρά Φωφώ ήταν σύζυγος του Σπυρίδωνος Κωνσταντοπούλου, ενός ακόμη μεγάλου του αθλητικού κόσμου της πόλεώς μας, που καιρό τώρα μας είχε αφήσει στους ουρανούς, αλλά και που το έργο του συνέχιζε η θανούσα προχθές σύζυγός του.

To ατυχές συμβάν το βράδυ του Σαββάτου στο φέρυ-μπόουτ για το Ρίο έγινε εκ καρδιακής προσβολής. Η κηδεία της έγινε προχθές το μεσημέρι και παρέστη σε αυτή ο Δήμαρχος Κώστας Μπέγκας και σύμπας ο αθλητικός κόσμος της πόλεώς μας. Λόγους εξεφώνησαν για μεν τον ΠΑΣ Γιάννινα ο ταμίας κ. Καζαντζής, για δε τον σύνδεσμο φιλάθλων, του οποίου ο υιός της είναι πρόεδρος, ο επίσης ταμίας κ. Χολέβας. 0 κ. Ν. Σαΐνης απήγγειλε στοίχους αφιερωμένους στη μνήμη ιης. Η είδησις προεκέλεσεν θλίψη στον αθλητικό κόσμο της πόλεώς μας δεδομένου ότι η θανούσα έχαιρε εκτιμήσεως από όλους. Η θέσις πίσω από τις καρέκλες των επισήμων όπου καθόταν ανελλιπώς η κυρά Φωφώ, θα μας θυμίζει όσα χρόνια κι αν περάσουν έντονα την παρουσία της. Την τόσο ευγενική και καλοπροαίρετη. Καλό ταξίδι κυρά Φωφώ!»



*


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

Σαν έφτασε το πλήρωμα του χρόνου και η Ασπασία έγινε ολόκληρη κοπέλα, συνάντησε στον δρόμο της ζωής της τον Παντελή, που την πήρε από τη θαλπωρή της οικογένειας και σαν στα παραμύθια της γιαγιάς Μπενέτου, την άρπαξε στην αγκαλιά του και την οδήγησε στο Κάιρο. Εκεί γεννήθηκε το πρώτο τους παιδί που το ονομάσανε Στέφανο.

Τα τραγούδια που τραγουδούσαν τα παιδιά του Σχολείου, κάτω από το σπίτι της, ήταν για την Ασπασία, μια όαση δροσιάς μέσα στην έρημο.

«Στα διαλείμματα, έβγαινα στο μπαλκονάκι του διαμερίσματός μας που έβλεπε προς την αυλή του Σχολείου κι έριχνα στα μικρά παιδάκια, σοκολάτες και καραμέλες. Αυτά για να με ευχαριστήσουν τραγουδούσαν:

Αγκίμπνου ου σοκολάτα, ου ανα μαλι ε Χοτ ελ ε μπίζα ουεσκουτ

Χοτ ελ ε μπίζα ουναμ

Αμπου ελ αμουζα

Χοτ ελ ε μπίζα ουεσκουτ

Χοτ ελ ε μπίζα ουναμ».



Purchase this book or download sample versions for your ebook reader.
(Pages 1-26 show above.)